Πώς η αναρρωτική άδεια επηρεάζει το επίδομα των ΒΑΕ

Σύμφωνα με τις διατάξεις της υπ’ αριθμό οικ.2/16519/0022 Κοινής υπουργικής απόφασης (ΦΕΚ Β465/24/02/2012) περί καθορισμού του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας της παρ.1 του άρθρου 15 του Ν.4024/2011 (ΦΕΚ226/Α/27-10-2011), καθορίζεται το μηνιαίο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για τους μόνιμους και δόκιμους πολιτικούς υπαλλήλους και υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου (ΙΔΑΧ-ΙΔΟΧ) του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ Α’ και Β’ βαθμού ανά κατηγορία.

Σημειωτέον ότι σύμφωνα με την παράγραφο 6 της επίμαχης Υπουργικής Απόφασης, το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση, ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του.

Επίσης καταβάλλεται και για όσο διάστημα οι υπάλληλοι τελούν σε θεσμοθετημένες άδειες (κανονικές, συνδικαλιστικές, ειδικές, εκπαιδευτικές μικρής διάρκειας έως 2 μηνών, διευκολύνσεις υπαλλήλων με οικογενειακές υποχρεώσεις, μητρότητας και ανατροφής τέκνου), σε βραχυχρόνια αναρρωτική άδεια έως 6 ημερών κατ’ έτος, καθώς και αυτής που χορηγείται από δημόσια νοσοκομεία, Κ.Υ. δημοσίου, πανεπιστημιακές κλινικές, νοσηλευτικούς σχηματισμούς του ΙΚΑ και Ιδιωτικές κλινικές εφόσον έχει προηγηθεί νοσηλεία σε αυτές, η οποία αποδεικνύεται με τα σχετικά παραστατικά (εξιτήριο).

Για την συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται κάθε μήνα βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση.

Σε περίπτωση απομάκρυνσης των υπαλλήλων για οποιονδήποτε λόγο (μετακίνηση, απόσπαση, μετάθεση, μετάταξη, διάθεση) από τα καθήκοντα, τις θέσεις και τις συνθήκες οι οποίες δικαιολογούν τη χορήγησή του, διακόπτεται ισοχρόνως η καταβολή του με ευθύνη του οικείου προϊσταμένου.

Αναφορικά με τον όρο «βραχυχρόνια αναρρωτική άδεια», αυτός ερμηνεύεται κατά παραπομπή στις οικείες διατάξεις του Δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα και συγκεκριμένα στο άρθρο 55 παρ. 2 όπου ορίζονται τα εξής:

     α) με υπεύθυνη δήλωση του υπαλλήλου ή γνωμάτευση του θεράποντος ιατρού έως 2 ημέρες κάθε φορά και όχι περισσότερες από 4 ημέρες κατ’ έτος

     β) με γνωμάτευση του θεράποντος ιατρού έως 3 ημέρες κάθε φορά και όχι περισσότερες από 6 ημέρες κατ’ έτος

     γ) με γνωμάτευση του διευθυντή κλινικής δημόσιου νοσοκομείου έως 5 ημέρες κάθε φορά και όχι πέραν των 10 κατ’ έτος

Το σύνολο των βραχυχρόνιων αναρρωτικών αδειών των περιπτώσεων α, β, γ που χορηγούνται χωρίς γνωμάτευση υγειονομικής επιτροπής δεν υπερβαίνει αθροιστικά τις 10 ημέρες τον χρόνο.

Συμπερασματικά βραχυχρόνιες είναι οι αναρρωτικές άδειες που χορηγούνται με βάση την παραπάνω διαδικασία.

Η δε χορήγηση βραχυχρόνιων αναρρωτικών αδειών άνω των 6 ημερών ανά έτος σε υπάλληλους που λαμβάνουν το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας συνεπάγεται την περικοπή του επίμαχου επιδόματος για τις επιπλέον ημέρες (επ’ απειλούμενη κύηση, οσφυοισχυαλγία κλπ).

ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ ΚΩΝ/ΝΟΣ

ΠΡΟΕΔΡΟΣ Δ.Σ.