Αύξηση ορίων συνταξιοδότησης

 

1. Από 1.1.2013 για τη συνταξιοδότηση των ασφαλισμένων των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης

αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και της Τράπεζας της

Ελλάδος, εφαρμόζονται οι προϋποθέσεις του ν. 3863/2010 (Α’115), όπως ισχύει, ως προς τα όρια

ηλικίας και το χρόνο ασφάλισης, όπως αυτά διαμορφώνονται με τις ανωτέρω διατάξεις από

1.1.2015.

 

2. Από 1.1.2013, όλα τα όρια ηλικίας της παραγράφου 1, καθώς και όλα τα ισχύοντα την

31.12.2012 όρια ηλικίας συνταξιοδότησης των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας

Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και της Τράπεζας της Ελλάδος, όπου

αυτά προβλέπονται, αυξάνονται κατά δύο (2) έτη.

 

3. Από την αύξηση των ορίων ηλικίας ή/και του χρόνου ασφάλισης των παραγράφων 1 και 2 του

άρθρου αυτού εξαιρούνται: α) οι ασφαλισμένες που θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης

σύμφωνα με τις ισχύουσες γενικές, ειδικές ή καταστατικές διατάξεις ως μητέρες ανίκανων για κάθε

βιοποριστική εργασία τέκνων, καθώς και οι χήροι πατέρες ανίκανων για κάθε βιοποριστική εργασία

τέκνων, β) οι ασφαλισμένοι στους ανωτέρω φορείς κοινωνικής ασφάλισης που έχουν ενταχθεί σε

καθεστώς εργασιακής εφεδρείας του ν. 4024/2011 (Α” 226).

 

4. Θεμελιωμένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα μέχρι 31.12.2012, λόγω συμπλήρωσης των

προϋποθέσεων του απαιτούμενου χρόνου ασφάλισης και ορίων ηλικίας, όπου αυτά προβλέπονται,

δεν θίγονται και δύνανται να ασκηθούν οποτεδήποτε.

 

5. Οι ασφαλισμένοι των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας,

Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, οι οποίοι μέχρι 31.12.2012 έχουν κατοχυρώσει ή

κατοχυρώνουν τις κατ” έτος προβλεπόμενες προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, όπως αυτές

καθορίζονται με το άρθρο 10 του ν. 3863/2010 (Α’115), όπως ισχύει, ή από προγενέστερες γενικές

ή άλλες διατάξεις, δύνανται να συνταξιοδοτηθούν με τις προϋποθέσεις του ορίου ηλικίας και του

χρόνου ασφάλισης που κατά περίπτωση κατοχυρώνουν.

 

6. Από 1.1.2014 το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του άρθρου 34 του ν. 3996/2011 (Α” 170)

Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΚΑΣ) καταβάλλεται με τη συμπλήρωση του

64ου έτους της ηλικίας.

 

Για τους συνταξιούχους λόγω αναπηρίας καθώς και για τα τέκνα που λαμβάνουν σύνταξη λόγω

θανάτου του γονέα τους δεν απαιτείται όριο ηλικίας.

 

ΜΕΙΩΣΗ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΚΑΙ ΕΦΑΠΑΞ ΒΟΗΘΗΜΑΤΩΝ

 

1. Από 1.1.2013 η μηνιαία σύνταξη ή το άθροισμα των μηνιαίων συντάξεων άνω των 1.000,00

ευρώ από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία μειώνονται ως εξής:

 

α. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος άνω των 1.000,01 ευρώ και έως 1.500,00 ευρώ μειώνεται στο

σύνολο του ποσού κατά 5% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να

υπολείπεται των 1.000,01 ευρώ.

 

β. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος από 1.500,01 ευρώ έως 2.000,00 ευρώ μειώνεται στο σύνολο

του ποσού κατά 10% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται

των 1.425,01 ευρώ.

 

γ. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος από 2.000,01 ευρώ έως 3.000,00 ευρώ μειώνεται κατά

ποσοστό 15% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των

1.800,01 ευρώ.

 

δ. Ποσό σύνταξης ή συντάξεων από 3.000,00 ευρώ και άνω μειώνεται κατά ποσοστό 20% και σε

κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 2.550,01 ευρώ.

 

Στο ως άνω άθροισμα λαμβάνονται υπόψη τα μερίσματα, καθώς και κάθε είδους προσαυξήσεις.

Επί του αθροίσματος αυτού το ποσό της μείωσης επιμερίζεται αναλογικά σε κάθε φορέα ή τομέα

και αποτελεί έσοδο του οικείου ασφαλιστικού φορέα ή τομέα.

 

Για τον υπολογισμό του ποσοστού της μείωσης λαμβάνεται υπόψη το καταβλητέο ποσό

συντάξεως ή του ως άνω αθροίσματος την 31.12.2012 μετά τις μειώσεις και τις παρακρατήσεις της

ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων.

 

Από τις ανωτέρω μειώσεις εξαιρούνται οι συνταξιούχοι που προβλέπονται από τις διατάξεις των

εδαφίων 4 και 5 της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ν. 4024/2011 (Α” 226) και του ν. 612/1977,

όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει.

 

2. Στους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.1992 που αποχώρησαν ή θα αποχωρήσουν της υπηρεσίας

από 1.8.2010 και μετά, στους οποίους δεν έχει εκδοθεί η σχετική απόφαση χορήγησης του εφάπαξ

βοηθήματος, το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος μειώνεται ποσοστιαία κατά φορέα-τομέα πρόνοιας.

Συγκεκριμένα: στον Τομέα Πρόνοιας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου του ΤΑΠΙΤ κατά 2,21%, στον

Τομέα Πρόνοιας Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων του ΤΑΠΙΤ κατά 17,35%, στον Τομέα Πρόνοιας

Προσωπικού Ιπποδρομιών του ΤΑΠΙΤ κατά 18,38%, στον Τομέα Πρόνοιας Ξενοδοχοϋπαλλήλων

του ΤΑΠΙΤ κατά 29,77%, στον Τομέα Πρόνοιας Υπαλλήλων Φαρμακευτικών Εργασιών του ΤΑΠΙΤ

κατά 63,91%, στον Τομέα Πρόνοιας Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων του ΤΑΠΙΤ κατά

41,52%, στον Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ κατά 22,67%, στον Τομέα

Πρόνοιας Υπαλλήλων ΝΠΔΔ του ΤΠΔΥ κατά 42,29%, στον Τομέα Πρόνοιας Ορθόδοξου

Εφημεριακού Κλήρου Ελλάδος του ΤΠΔΥ κατά 36,94%, στον Τομέα Πρόνοιας Προσωπικού Ταμείου

Νομικών του ΤΠΔΥ κατά 52,21%, στον Τομέα Πρόνοιας Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων του

ΤΠΔΥ κατά 6,19%, στον Τομέα Πρόνοιας Εφημ/λών και Υπαλλήλων Πρακτορείων Αθηνών του

ΕΤΑΠ-ΜΜΕ κατά 8,21%, στον Τομέα Πρόνοιας Εφημ/λών και Υπαλλήλων Πρακτορείων

Θεσσαλονίκης του ΕΤΑΠ-ΜΜΕ κατά 28,41%, στον Κλάδο Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του

ΤΑΥΤΕΚΩ κατά 3,84%, στον Τομέα Πρόνοιας Προσωπικού Ιονικής -Λαϊκής Τράπεζας του ΤΑΥΤΕΚΩ

κατά 41,17%, στον Τομέα Πρόνοιας Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων’Εργων του ΕΤΑΑ κατά

17,42%, στον Τομέα Πρόνοιας Δικηγόρων Αθηνών του ΕΤΑΑ κατά 32,80%, στον Τομέα Πρόνοιας

Εργοληπτών Δημοσίων’Εργων του ΕΤΑΑ κατά 83,00%, στον Τομέα Πρόνοιας Αστυνομικών του

ΤΕΑΠΑΣΑ κατά 1,94%, στον Τομέα Πρόνοιας Υπαλλήλων Αστυνομίας Πόλεων του ΤΕΑΠΑΣΑ κατά

45,49%, στο Λογαριασμό Πρόνοιας Υπαλλήλων ΙΚΑτου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κατά 35,11%. Με απόφαση του

Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλειας και Πρόνοιας μετά από τεκμηριωμένη εισήγηση του

Δ.Σ. των οριζομένων στο προηγούμενο εδάφιο Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης πλην του Τομέα

Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ μπορεί να αυξομειώνεται το ανωτέρω οριζόμενο

ποσοστό μείωσης μέχρι 35%.

 

3. Οι ανωτέρω μειώσεις στους ασφαλισμένους του Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του

ΤΠΔΥ και του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ διενεργούνται μετά την εφαρμογή

των μειώσεων που προβλέπονται με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 4024/2011 (Α”

226).

 

4. Η ποσοστιαία μείωση 42,29%, καθώς και κάθε μεταβολή αυτής, στο ποσό του εφάπαξ

βοηθήματος που χορηγεί ο Τομέας ΝΠΔΔ του ΤΠΔΥ για χρόνο ασφάλισης που πραγματοποιήθηκε

μετά την 1.1.2006 έχει εφαρμογή και στο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που δικαιούνται οι

αποχωρούντες υπάλληλοι, ασφαλισμένοι στο καθεστώς του ν. 103/1975 (Α’167), από το νομικό

πρόσωπο στο οποίο τηρείτο ο λογαριασμός του ν. 103/1975 (Α’167) για χρόνο υπηρεσίας που

διανύθηκε μέχρι 31.12.2005, σύμφωνα με το άρθρο 21 του ν. 3232/2004 (Α’48).

 

5. Στα πρόσωπα που δεν έχουν καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές για τη χορήγηση εφάπαξ

παροχής ή οποιασδήποτε άλλης αποζημίωσης καταβάλλεται η αποζημίωση, λόγω αποχώρησης από

την υπηρεσία για οποιονδήποτε λόγο, του ν. 3198/1955 (Α” 98) σε συνδυασμό με το ν. 2112/1920

(Α” 67) όπως ισχύουν. Το ποσό της καταβαλλόμενης αποζημίωσης είναι ανάλογο με το χρόνο

υπηρεσίας που έχει πραγματοποιηθεί εκτός της ασφάλισης σε φορέα-τομέα πρόνοιας προς το

συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους. Σε καμία περίπτωση η εν λόγω αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί

το ποσό των 15.000,00 ευρώ.

 

6. Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που ορίζει διαφορετικά τα θέματα των προηγούμενων

περιπτώσεων καταργείται.

 

7. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, που εκδίδεται μέχρι

31.12.2012, μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, καθορίζεται η νέα

τεχνική βάση για τις εφάπαξ παροχές των φορέων – τομέων πρόνοιας, καθώς και κάθε αναγκαία

λεπτομέρεια για την υλοποίηση της. Από 1.1.2014 το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σε όλους

τους ασφαλισμένους των φορέων – τομέων πρόνοιας υπολογίζεται σύμφωνα με τη νέα τεχνική

βάση για τις εφάπαξ παροχές.

 

ΑΝΩΤΑΤΟ ΟΡΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΩΝ ΑΠΟΔΟΧΩΝ-ΑΝΑΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ

ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΑΝΑΣΦΑΛΙΣΤΩΝ-ΕΝΙΑΙΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΚΑΙ

ΑΛΛΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ.

 

1. Το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για τους ασφαλιζόμενους από 1.1.1993 μισθωτούς

που προβλέπεται στην περίπτωση α” της παρ. 2 του άρθρου 22 του ν. 2084/1992 (Α” 165), όπως

αυτή έχει αντικατασταθεί με την παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 3232/2004 (Α” 48), ισχύει από

1.1.2013 και για τους υπαχθέντες στην ασφάλιση μέχρι 31.12.1992 μισθωτούς των φορέων κύριας

και επικουρικής ασφάλισης, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και

Πρόνοιας συμπεριλαμβανομένων του NAT και της Τράπεζας της Ελλάδος. Όπου από γενική ή

καταστατική διάταξη προβλέπεται μεγαλύτερο ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών, αυτό

διατηρείται.

 

2. Αξιώσεις των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας,

Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας που αφορούν την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθεισών

παροχών παραγράφονται μετά εικοσαετία από την τελευταία καταβολή. Κάθε αντίθετη διάταξη

καταργείται.

 

3. Από 1.1.2013 τα επιδόματα και δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας,

που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη νόμου ή κανονιστική πράξη ή

καταστατική διάταξη για τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους όλων των φορέων και τομέων

κύριας και επικουρικής ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής

Ασφάλισης και Πρόνοιας, καθώς και του ΟΓΑ, του NAT και της Τράπεζας της Ελλάδος

καταργούνται. Κατ” εξαίρεση παραμένει σε ισχύ το άρθρο 32 του ν. 3896/2010, όπως ισχύει.

 

4. Από 1.1.2013 διακόπτεται η καταβολή της σύνταξης από το ΕΤΕΑ (τέως ΕΤΕΑΜ) στους

εκπροσώπους συνδικαλιστικών οργανώσεων και τα δικαιοδόχα μέλη τους που

συνταξιοδοτήθηκαν για την ιδιότητα τους αυτή με βάση καταστατικές διατάξεις του τ. Ταμείου

Επικουρικής Ασφαλίσεως Εκπροσώπων και Υπαλλήλων Εργατικών Επαγγελματικών Οργανώσεων

(ΤΕΑΕΥΕΕΟ) του α.ν. 971/1937 (Α” 482). Κατ” εξαίρεση, εξακολουθούν να καταβάλλονται συντάξεις

στα πρόσωπα της ανωτέρω κατηγορίας και τα δικαιοδόχα μέλη τους, εφόσον δεν εργάζονται και

δεν λαμβάνουν σύνταξη από άλλο φορέα κύριας ή επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως

ονομασίας και νομικής μορφής, ή το Δημόσιο.

 

Από την ίδια ως άνω ημερομηνία εξαιρούνται από την ασφάλιση στο ΕΤΕΑ (τ. ΕΤΕΑΜ) οι

εκπρόσωποι συνδικαλιστικών οργανώσεων που απέκτησαν την ιδιότητα τους αυτή μέχρι τη

συγχώνευση του τ. ΤΕΑΕΥΕΕΟ στο ΕΤΕΑΜ.

 

Οι ασφαλισμένοι του τ. ΤΕΑΕΥΕΕΟ, οι οποίοι ήταν υπάλληλοι συνδικαλιστικών οργανώσεων ή του

συγχωνευθέντος Ταμείου, καθώς και οι συνταξιούχοι της κατηγορίας αυτής, διέπονται από

1.1.2013 από τις καταστατικές διατάξεις του ΕΤΕΑ (τ. ΕΤΕΑΜ), καθώς και τις διατάξεις της

γενικότερης νομοθεσίας, όπως ισχύουν. Οι εκκρεμείς αιτήσεις συνταξιοδότησης, για τις οποίες δεν

έχει εκδοθεί μέχρι 31.12.2012 οριστική απόφαση συνταξιοδότησης, διέπονται από τις καταστατικές

διατάξεις του ΕΤΕΑ (τ. ΕΤΕΑΜ).

 

5. Από 1.1.2013 η μηνιαία σύνταξη ανασφάλιστων υπερηλίκων του ν. 1296/1982 (Α” 128), όπως

ισχύει, καταβάλλεται, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι εξής προϋποθέσεις:

 

α. Εχουν συμπληρώσει το 67ο έτος της ηλικίας τους.

 

β. Δεν λαμβάνουν ή δεν δικαιούνται οι ίδιοι σύνταξη από οποιονδήποτε Φορέα Κοινωνικής

Ασφάλισης ή το Δημόσιο στην Ελλάδα ή το εξωτερικό, ανεξαρτήτως ποσού, και επίσης, σε

περίπτωση εγγάμων, δεν λαμβάνει ο/η σύζυγος τους σύνταξη μεγαλύτερη από το πλήρες ποσό της

συνταξιοδοτικής παροχής, λόγω γήρατος, του άρθρου 4 του ν. 4169/1961.

 

γ. Διαμένουν μόνιμα και νόμιμα στην Ελλάδα τα τελευταία είκοσι (20) έτη πριν την υποβολή της

αίτησης για συνταξιοδότηση και εξακολουθούν να διαμένουν κατά τη διάρκεια της

συνταξιοδότησης τους.

 

δ. Το συνολικό ετήσιο ατομικό φορολογητέο εισόδημα τους, καθώς και το απαλλασσόμενο ή

φορολογούμενο με ειδικό τρόπο εισόδημα τους δεν υπερβαίνει το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων

τριακοσίων είκοσι (4.320) ευρώ ή, στην περίπτωση εγγάμων, το συνολικό ετήσιο οικογενειακό

φορολογητέο εισόδημα, καθώς και το απαλλασσόμενο ή φορολογούμενο με ειδικό τρόπο εισόδημα

δεν υπερβαίνει το ποσό των οκτώ χιλιάδων εξακοσίων σαράντα (8.640) ευρώ.

 

Εξαιρούνται της παροχής οι μοναχοί/ες οι οποίοι διαμένουν σε Ιερές Μονές και συντηρούνται από

αυτές και όσοι εκτίουν ποινή φυλάκισης.

 

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας μετά γνώμη του

Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΓΑ και του ΣΚΑ καθορίζονται τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για

την απόδειξη της συνδρομής των προϋποθέσεων που ορίζονται στις περιπτώσεις β” έως δ” της

προηγούμενης παραγράφου, και η διαδικασία ελέγχου των εισοδηματικών κριτηρίων, καθώς και οι

κυρώσεις που επιβάλλονται σε όσους υποβάλλουν ανακριβή στοιχεία.

 

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και

Πρόνοιας δύνανται να αναπροσαρμόζονται τα ποσά που αναφέρονται στην περίπτωση δ’.

 

Εκκρεμείς αιτήσεις, καθώς και αιτήσεις που υποβάλλονται μέχρι 31.12.2012 κρίνονται σύμφωνα

με τις διατάξεις του παρόντος πλην του ορίου ηλικίας που ορίζεται το 65ο έτος.

 

Με τα κριτήρια που ορίζονται στις περιπτώσεις β” έως και δ” της παρούσας ρύθμισης,

επανακρίνονται από 1.1.2013 και όσοι έχουν ήδη καταστεί συνταξιούχοι.

 

6. Εισφορές ασφαλισμένων του ΟΓΑ για υγειονομική περίθαλψη που δεν έχουν καταβληθεί

εμπρόθεσμα για χρόνο ασφάλισης μέχρι 31.12.2012, επαναϋπολογίζονται με ποσοστό 2,50% επί

του ποσού της ασφαλιστικής κατηγορίας του άρθρου 4 του ν. 2458/1997 (Α’15) στην οποία είχαν

καταταγεί και ισχύει κατά το χρόνο καταβολής των εισφορών.

 

7. Όπου από τις κείμενες διατάξεις του ΟΓΑ αναφέρεται το 64ο έτος της ηλικίας αντικαθίσταται

από το 66ο και όπου το 65ο από το 67ο.

 

8. Από 1.7.2013 η Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση Κοινωνικής Ασφάλισης Α.Ε. «Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε.» του ν.

3607/2007 (Α” 245) καθίσταται ενιαίος φορέας ελέγχου και πληρωμών συντάξεων των δικαιούχων

των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης και του Δημοσίου. Από 1.1.2013 μέχρι την 30.6.2013 οι

πληρωμές των συντάξεων διενεργούνται από τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά την

ολοκλήρωση της διαδικασίας των επόμενων παραγράφων.

 

Από 1.12.2012 η Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε. συγκεντρώνει, ελέγχει και διασταυρώνει τα στοιχεία των

συντάξεων των δικαιούχων των Φ.Κ.Α. και υπολογίζει το ποσό της μείωσης για τους

συνταξιούχους, καθώς και για όσους λαμβάνουν συντάξεις από περισσότερους του ενός φορέα.

 

Οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης εποπτείας Υπουργείων Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και

Πρόνοιας, Εθνικής Άμυνας και το Δημόσιο αποστέλλουν έως τη 10η ημέρα κάθε μήνα στην

Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε., σε ηλεκτρονική μορφή μηνιαίο αρχείο πληρωμών συντάξεων, στο οποίο περιέχονται

αναλυτικά και ανά συνταξιούχο τα ποσά των συντάξεων που καταβάλλει ο κάθε φορέας.

 

Τα Αρχεία Πληρωμών Συντάξεων περιέχουν όλα τα αναγκαία στοιχεία ταυτοποίησης (A.M.ΚΑ,

Α.Φ.Μ. κλπ.). Σε περίπτωση ελλιπών στοιχείων η επεξεργασία υλοποιείται στα διαθέσιμα στοιχεία

και στους ταυτοποιη-μένους συνταξιούχους.

 

Οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης πραγματοποιούν τις μεταβολές των ποσών συντάξεων για τις

οποίες έχουν ενημερωθεί από την Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε..

 

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, μετά από γνώμη του

Δ.Σ. της Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε., του Σ.Κ.Α. και γνώμη της Γ.Γ.Π.Σ. που εκδίδεται εντός δεκαπέντε (15)

ημερών από τη δημοσίευση του νόμου ρυθμίζονται θέματα σχετικά με τις υποχρεώσεις των Φ.Κ.Α.,

τις υποχρεώσεις της Η.ΔΙ.Κ.Α. ΑΕ., θέματα διασταυρώσεων και ταυτοποίησης στοιχείων προσώπων

και αλληλοενημερώσεων μεταξύ Η.ΔΙ.Κ.Α. ΑΕ. και Γ.Γ.Π.Σ., καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα για

την υλοποίηση του παρόντος.

 

Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των ασφαλιστικών οργανισμών με τις ανωτέρω διατάξεις, οι

Πρόεδροι και οι Διοικητές των ανωτέρω οργανισμών κηρύσσονται αυτοδικαίως έκπτωτοι μετά

παρέλευση ενός διμήνου από τις οριζόμενες για την εφαρμογή της διάταξης αυτής προθεσμίες.

Κάθε αντίθετη διάταξη καταργείται.

 

9. Η προβλεπόμενη από τη διάταξη της περίπτωσης γ” της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του ν.δ.

2963/1954 (Α” 195), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, εισφορά 0,75% επί των ημερομισθίων και

μισθών των εργαζομένων υπέρ του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας, η οποία βαρύνει τον οικείο

εργοδότη, καταργείται από 1ης Νοεμβρίου 2012.

 

10. Η προβλεπόμενη από τις διατάξεις της περίπτωσης β” της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν.

678/1977 (Α’246) και του εδαφίου Γ” του άρθρου 7 του ν. 3144/2003 (Α111) εισφορά 0,35% υπέρ

Οργανισμού Εργατικής Εστίας, η οποία βαρύνει τον οικείο εργοδότη, καταργείται από 1ης

Νοεμβρίου 2012.

 

11. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας δύναται να

καθοριστεί και κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή των περιπτώσεων 9 και 10 της

παρούσας υποπαραγράφου.

 

ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ.

 

1.α. Οι διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 91/1943 (Α” 129), 1 και 2 του ν.δ. 99/1974 (Α” 295) και της

παρ. 19 του άρθρου 4 του ν. 3513/2006 (Α” 265) παύουν να ισχύουν για όσους από τα

αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα αποκτούν για πρώτη φορά την ιδιότητα του Βουλευτή ή του

Δημάρχου, από την επομένη της ημερομηνίας έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου. Τα πρόσωπα

αυτά ασφαλίζονται για κύρια σύνταξη, πρόσθετη ασφάλιση και υγειονομική περίθαλψη, στους

φορείς που ασφαλίζονταν πριν την εκλογή τους στα αξιώματα αυτά και ο χρόνος της θητείας τους

λογίζεται ως χρόνος ασφάλισης στους φορείς αυτούς.

 

Σε περίπτωση που δεν υφίσταται προγενέστερη κατά τα ανωτέρω ασφάλιση, για τα εν λόγω

πρόσωπα έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 2 του ν.

3865/2010 (Α” 120).

 

Οι αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία του κάθε

φορέα, βαρύνουν του μεν ασφαλισμένου τους ίδιους, του δε εργοδότη τη Βουλή ή το Δήμο, κατά

περίπτωση, παρακρατούνται από τη βουλευτική αποζημίωση ή την αντιμισθία και αποδίδονται ανά

μήνα στους οικείους φορείς.

 

Όσα από τα ανωτέρω πρόσωπα πριν την εκλογή τους υπάγονταν στο ασφαλιστικό-

συνταξιοδοτικό καθεστώς του Δημοσίου, οι ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζονται επί των

συντάξιμων αποδοχών της οργανικής τους θέσης, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά.

 

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας

καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του τρίτου και τέταρτου

εδαφίου της παρούσας παραγράφου των προηγούμενων εδαφίων.

 

β. Οι διατάξεις της παρ. 14 του άρθρου 8 του ν. 2592/1998 (Α” 57), αντικαθίστανται ως εξής:

 

«14. Οι συντάξεις των συνταξιούχων του Δημοσίου, γενικά, συμπεριλαμβανομένων όσων

λαμβάνουν βουλευτική σύνταξη ή χορηγία, οι οποίοι υπηρετούν ή προσλαμβάνονται σε θέσεις του

ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α”

65) και λαμβάνουν σύνταξη ή χορηγία, κατά περίπτωση και αποδοχές συγχρόνως, καταβάλλονται

μειωμένες κατά 70% με εξαίρεση τις συντάξεις που καταβάλλονται με βάση τις διατάξεις των νόμων

1897/1990 (Α” 120) και 1977/1991 (Α” 185), τις εξ ιδίου δικαιώματος πολεμικές συντάξεις που

καταβάλλονται με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Πολεμικών Συντάξεων, καθώς και τις εξ ιδίου

δικαιώματος συντάξεις παθόντων στην υπηρεσία και εξαιτίας αυτής.

 

Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου έχουν ανάλογη εφαρμογή και για όσους λαμβάνουν

σύνταξη ή χορηγία από το Δημόσιο και καταλαμβάνουν θέση εξωκοινοβουλευτικού Υπουργού,

Αναπληρωτή Υπουργού ή Υφυπουργού.

 

Οι διοριζόμενοι σε θέσεις προέδρων ή μελών Διοικητικών Συμβουλίων, φορέων του δημόσιου

τομέα, οι οποίοι λαμβάνουν σύνταξη από το Δημόσιο ή από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα

κύριας ασφάλισης μπορούν, αντί της υπαγωγής τους στις ρυθμίσεις του προηγούμενου εδαφίου, να

επιλέξουν με υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 που απευθύνουν τόσο προς την υπηρεσία τους,

όσο και προς τον οικείο ασφαλιστικό φορέα, την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις της παρ. 9 του

άρθρου 6 του ν. 2469/1997 (Α” 38).»

 

γ. Οι διατάξεις της παρ. 14 του άρθρου 8 του ν. 2592/1998, όπως τροποποιούνται με τις διατάξεις

της προηγούμενης περίπτωσης έχουν εφαρμογή και για όσους λαμβάνουν ταυτόχρονα με τη

σύνταξη ή τη χορηγία, κατά περίπτωση, βουλευτική αποζημίωση ή αντιμισθία ως αιρετά όργανα

των Ο.Τ.Α. α” και β” βαθμού.

 

δ. Στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 58 του π.δ. 169/2007, προστίθεται

εδάφιο ως εξής:

 

«Οι ανωτέρω διατάξεις έχουν εφαρμογή και:

 

α. για όσους λαμβάνουν, εξ” ιδίου δικαιώματος ή κατά μεταβίβαση, βουλευτική σύνταξη ή χορηγία

αιρετού οργάνου των Ο.Τ.Α. α” και β” βαθμού, καθώς και

 

β. για όσους λαμβάνουν σύνταξη από το Δημόσιο, συμπεριλαμβανομένης και της βουλευτικής ή

χορηγία και συγχρόνως βουλευτική αποζημίωση ή αντιμισθία, ως αιρετά όργανα των Ο.Τ.Α. α” και

β” βαθμού, κατά περίπτωση».

 

ε. Χρόνος ασφάλισης σε οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα, καθώς και στο Δημόσιο δεν μπορεί να

χρησιμεύσει για τη θεμελίωση ή την προσαύξηση βουλευτικής σύνταξης ή σύνταξης αιρετού

οργάνου των Ο.Τ.Α. α” και β” βαθμού.

 

στ. Οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 14 του ν. 3865/2010 αντικαθίστανται, από 1.1.2011, ως

εξής:

 

«2. Οι δήμαρχοι διατηρούν το καθεστώς υγειονομικής περίθαλψης στο οποίο υπάγονταν πριν την

εκλογή τους στις ανωτέρω θέσεις, οι δε αναλογούσες κρατήσεις, υπολογίζονται επί της αντιμισθίας

που λαμβάνουν, βαρύνουν τους ίδιους και αποδίδονται, ανά μήνα, στον οικείο φορέα.»

 

ζ. Οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 14 του ν. 3865/2010, από 1.1.2011 έχουν εφαρμογή για τα

πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 93 του ν. 3852/2010 (Α” 87), με εξαίρεση τους δημάρχους,

καθώς και για τα πρόσωπα του άρθρου 182 του ίδιου ως άνω νόμου, τα οποία λαμβάνουν

αντιμισθία.

 

η. Οι αναλογούσες εισφορές ασφαλισμένου των προσώπων της παρ. 1 των άρθρων 93 και 182

του ν. 3852/2010 βαρύνουν τους ίδιους.

 

θ. Οι καταβαλλόμενες κατά την 1.1.2013 και εφεξής κα-νονιζόμενες συντάξεις των βουλευτών και

των αιρετών οργάνων των Ο.Τ.Α. α” και β” βαθμού που λαμβάνουν και δεύτερη κύρια σύνταξη από

οποιοδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης ή το Δημόσιο, μειώνονται κατά 20%. Το ποσοστό της

μείωσης ορίζεται σε 30% εάν τα ανωτέρω πρόσωπα λαμβάνουν και τρίτη σύνταξη

συμπεριλαμβανομένης και της βουλευτικής ή της χορηγίας.

 

Η κατά τα ανωτέρω μείωση γίνεται επί του ακαθαρίστου ποσού της μηνιαίας βασικής σύνταξης,

όπως αυτό ισχύει κατά την 31.12.2012, προ της παρακράτησης της εισφοράς αλληλεγγύης

συνταξιούχων και της επιπλέον εισφοράς της παρ. 14 του άρθρου 2 του ν. 4002/2011 (Α” 180),

καθώς και των μειώσεων που επιβλήθηκαν με τις διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 1 του ν.

4024/2011 (Α” 226), του άρθρου 1 του ν. 4051/2012 (Α” 40) και της υποπαραγράφου της παρ. 3

του άρθρου αυτού, για τον υπολογισμό των οποίων, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, η

βουλευτική σύνταξη ή χορηγία λαμβάνεται υπόψη μειωμένη κατά 20% ή 30%, κατά περίπτωση.

 

ι. Η εξ ιδίου δικαιώματος σύνταξη για όσα από τα πρόσωπα της προηγούμενης περίπτωσης θα

θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα από την 1.1.2013 και μετά, καταβάλλεται με τη

συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας τους, με εξαίρεση όσα από αυτά είναι ανίκανα για κάθε

βιοποριστικό επάγγελμα κατά ποσοστό 67% και άνω.

 

ια. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, κατά το μέρος που αφορούν βουλευτικές συντάξεις, έχουν

εφαρμογή και για τις συντάξεις των Προέδρων και Αντιπροέδρων της Κυβέρνησης, καθώς και για

αυτές των Προέδρων της Βουλής.

 

α. Στο τέλος του άρθρου 56 του π.δ. 169/2007 προστίθεται παράγραφος 15 ως εξής:

 

«15. α. Για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα από 1.1.2013 και μετά, το όριο ηλικίας

καταβολής της σύνταξης τους που προβλέπεται από τις διατάξεις:

 

αα. των υποπεριπτώσεων βα” και βγ” της περίπτωσης β” της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού,

αυξάνεται στο 67ο έτος,

 

ββ. της περίπτωσης β” της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, αυξάνεται στο 62ο έτος.

 

β. Η σύνταξη όσων θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα από 1.1.2013 και μετά, καταβάλλεται

ολόκληρη με τη συμπλήρωση σαράντα (40) ετών πλήρους πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας και

του 62ου έτους της ηλικίας τους.»

 

β. Η υποπερίπτωση γγ” της περίπτωσης β” της παρ. 3 του άρθρου 56 του π.δ. 169/2007

καταργείται.

 

γ. Το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης α” της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 2084/1992

(Α” 165), όπως ισχύουν, αντικαθίστανται ως εξής:

 

«α) Αν απομακρυνθεί της υπηρεσίας και έχει 15ετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία και το

67ο έτος της ηλικίας του.

 

Για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης από 1.1.2013 και μετά, η σύνταξη καταβάλλεται με τη

συμπλήρωση 40 ετών πλήρους πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας και του 62ου έτους της ηλικίας

τους.»

 

δ. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 2084/1992 αντικαθίσταται ως εξής:

 

«1. Ο υπάλληλος δικαιούται μειωμένη σύνταξη μετά τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας

του και των χρονικών προϋποθέσεων των άρθρων 3 και 7 του νόμου αυτού.»

 

ε. Οι διατάξεις των προηγούμενων περιπτώσεων της παρούσας υποπαραγράφου Β. 2. έχουν

εφαρμογή και για τους δικαστικούς λειτουργούς και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους

που θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης από 1.1.2013 και μετά.

 

Ειδικά οι δικαστικοί λειτουργοί και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που αποχωρούν

υποχρεωτικά από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους, σύμφωνα με

τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 88 του Συντάγματος, δεν υπάγονται σε όσες από τις διατάξεις

της παραγράφου αυτής προβλέπουν καταβολή της σύνταξης με τη συμπλήρωση του 67ου έτους

της ηλικίας και συνταξιοδοτούνται άμεσα μετά την υποχρεωτική αποχώρηση τους από την

υπηρεσία.

 

στ. Η σύνταξη όσων από τα πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3660/2008 (Α” 78)

θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης με βάση τις διατάξεις του ίδιου άρθρου, από 1.1.2013 και μετά,

καταβάλλεται με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας τους.

 

ζ. Το δεύτερο εδάφιο της υποπερίπτωσης εε” της περίπτωσης β” της παρ. 3 του άρθρου 56 του π.δ.

169/2007 αντικαθίσταται ως εξής:

 

«Για το προσωπικό εσωτερικής φύλαξης και εξωτερικής φρούρησης των γενικών, ειδικών και

θεραπευτικών καταστημάτων κράτησης και των ιδρυμάτων αγωγής ανηλίκων, που θεμελιώνει

δικαίωμα σύνταξης από 1.1.2013 και μετά η σύνταξη καταβάλλεται ακέραια με τη συμπλήρωση

του 60ου έτους της ηλικίας τους ή με τη συμπλήρωση τριάντα επτά (37) ετών συντάξιμης

υπηρεσίας ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας.»

 

η. Οι διατάξεις του πρώτου και δευτέρου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 19 του ν. 2084/1992

αντικαθίστανται από 1.1.2013 ως εξής:

 

«7. Υπάλληλοι και λειτουργοί του Δημοσίου, καθώς και στρατιωτικοί που έχουν ασφαλισθεί, για

κύρια σύνταξη, σε οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό πριν την 1.1.1993, δικαιούνται σύνταξη

από το Δημόσιο κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 1 και 26 του π.δ. 169/2007, εφόσον

αποχωρούν με αίτηση τους και έχουν συμπληρώσει 15ετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία

και το 67ο έτος της ηλικίας τους. Η συμπλήρωση της ανωτέρω 15ετούς συντάξιμης υπηρεσίας δεν

συνιστά θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, κατά την έννοια των διατάξεων των

προηγουμένων περιπτώσεων.»

 

θ. Στις περιπτώσεις που η σύνταξη, ανεξαρτήτως του χρόνου θεμελίωσης του συνταξιοδοτικού

δικαιώματος, καταβάλλεται με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας, το όριο ηλικίας αυτό

αυξάνεται στο 67ο έτος, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που το σχετικό δικαίωμα έχει αναγνωρισθεί με

πράξη της αρμόδιας Διεύθυνσης Συντάξεων.

 

ι. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν.

3865/2010 (Α” 120) και τις οικείες διατάξεις του Κανονισμού της Βουλής έχουν ανάλογη εφαρμογή

και για τους υπαλλήλους της Βουλής.

 

α. Η μηνιαία σύνταξη ή το άθροισμα των μηνιαίων συντάξεων και μερισμάτων, άνω των 1.000

ευρώ, που καταβάλλονται από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία, μειώνεται ως εξής:

 

Για συνολικό ποσό σύνταξης ή αθροίσματος συντάξεων:

 

αα. Άνω των 1.000,00 ευρώ και έως 1.500,00 ευρώ, μειώνεται το σύνολο του ποσού κατά 5% και

σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.000,01 ευρώ.

 

ββ. Από 1.500,01 ευρώ έως και 2.000,00 ευρώ, μειώνεται το σύνολο του ποσού κατά 10% και σε

κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.425,01 ευρώ.

 

γγ. Από 2.000,01 ευρώ και άνω, μειώνεται το σύνολο του ποσού κατά 15% και σε κάθε

περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.800,01 ευρώ.

 

β. Για τον προσδιορισμό του ποσοστού μείωσης λαμβάνεται υπόψη το ποσό της μηνιαίας βασικής

σύνταξης ή των μηνιαίων βασικών συντάξεων όπως αυτά θα έχουν διαμορφωθεί την 31.12.2012

μετά την τυχόν παρακράτηση της εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων και της επιπλέον εισφοράς

της παρ. 14 του άρθρου 2 του ν. 4002/2011, καθώς και των τυχόν μειώσεων που επιβλήθηκαν με

τις διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 1 του ν. 4024/2011 και του άρθρου 1 του ν. 4051/2012

 

γ. Σε περίπτωση συρροής συντάξεων το ποσό της μείωσης επιμερίζεται αναλογικά σε κάθε φορέα

ή τομέα και αποτελεί έσοδο του οικείου ασφαλιστικού φορέα ή τομέα.

 

δ. Εξαιρούνται των ανωτέρω μειώσεων οι συνταξιούχοι του Δημοσίου, γενικά, οι οποίοι είναι

ανίκανοι για την άσκηση κάθε βιοποριστικού επαγγέλματος κατά ποσοστό 80% και άνω, καθώς

και τα πρόσωπα της περίπτωσης β’της παραγράφου 3 του άρθρου 11 του ν. 3865/2010.

 

Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και το επίδομα αδείας που προβλέπονται

από τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 2592/1998 (Α” 57) και του άρθρου Μόνου του ν. 3847/2010

(Α” 67) καταργούνται.

 

α. Από 1.1.2013 οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 5 και της παρ. 6 του άρθρου 31 του π.δ.

169/2007 αντικαθίστανται ως εξής:

 

«α. Το συνολικό ποσό σύνταξης ή συντάξεων που λαμβάνουν οι άγαμες ή διαζευγμένες θυγατέρες,

από το Δημόσιο, των οποίων το συνταξιοδοτικό δικαίωμα γεννήθηκε πριν την ημερομηνία

δημοσίευσης του ν. 3865/2010, δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 720€. Στις περιπτώσεις καταβολής

δύο συντάξεων που το άθροισμα τους υπερβαίνει το ανωτέρω ποσό, η περικοπή του

υπερβάλλοντος ποσού, διενεργείται επί της μεγαλύτερης σύνταξης και εάν αυτή δεν επαρκεί

περικόπτεται ανάλογα και η δεύτερη σύνταξη.

 

β. Από την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου αυτού καταργείται η καταβολή του επιδόματος

εξομάλυνσης του άρθρου 1 του ν. 3670/2008 (Α” 117) στις συντάξεις των προσώπων της

προηγούμενης περίπτωσης.

 

γ. Στις περιπτώσεις που στη σύνταξη συντρέχουν περισσότεροι του ενός δικαιούχοι, το ποσό της

περίπτωσης α” επιμερίζεται σε αυτούς σε ίσες μερίδες. Ειδικά στην περίπτωση που συνδικαιούχος

στη σύνταξη είναι επιζών σύζυγος, το μερίδιο του δεν παραβλάπτεται από τον κατά τα ανωτέρω

περιορισμό του ποσού που αναλογεί στο μερίδιο των προσώπων της περίπτωσης α’.

 

δ. Η καταβολή της σύνταξης των άγαμων ή διαζευγμένων θυγατέρων αναστέλλεται, εάν όπως

προκύπτει από τη φορολογική τους δήλωση του προηγούμενου οικονομικού έτους, έχουν και

άλλα εισοδήματα, εκτός από την κύρια και επικουρική σύνταξη τους, τα οποία υπερβαίνουν το

αναγόμενο σε ετήσια βάση ποσό της περίπτωσης α’.

 

Εάν τα ανωτέρω εισοδήματα δεν υπερβαίνουν το αναγόμενο σε ετήσια βάση ποσό της περίπτωσης

α” και το συνολικό ετήσιο πραγματικό ακαθάριστο εισόδημα των προσώπων αυτών, όπως αυτό

προκύπτει από τη φορολογική τους δήλωση του προηγούμενου οικονομικού έτους, με

συνυπολογισμό και του ποσού της κύριας σύνταξης, υπερβαίνει το αναγόμενο σε ετήσια βάση ποσό

της περίπτωσης α’, η κύρια σύνταξη μειώνεται κατά το υπερβάλλον ποσό.

 

ε. Από την αναστολή ή την περικοπή της σύνταξης σύμφωνα με τα οριζόμενα στις περιπτώσεις δ”

και ε” δεν επωφελούνται τα τυχόν συνδικαιούχα πρόσωπα.

 

στ. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής δεν έχουν εφαρμογή για όσα από τα πρόσωπα που

αναφέρονται σε αυτές είναι ανήλικα ή ανάπηρα κατά ποσοστό 67% και άνω ή σπουδάζουν και υπό

τις προϋποθέσεις της περίπτωσης δ” της παρ. 1 του άρθρου 5 του Κώδικα αυτού.»

 

β. Από 1.1.2013 οι καταβαλλόμενες από το Δημόσιο στα ανωτέρω πρόσωπα συντάξεις

αναπροσαρμόζονται οίκοθεν από τις αρμόδιες Διευθύνσεις Συντάξεων σύμφωνα με τα οριζόμενα

στην υποπαράγραφο αυτή.

 

γ. Οι διατάξεις της υποπαραγράφου αυτής έχουν εφαρμογή και για όσα από τα αναφερόμενα σε

αυτές πρόσωπα συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις του π.δ. 167/2007 (Α” 208) και του π.δ.

168/2007 (Α” 209).

 

δ. Οι διατάξεις των παραγράφων 6 και 7 των άρθρων 5 και 31, αντίστοιχα, του π.δ. 169/2007,

της παρ. 3 του άρθρου 9 του ν. 3865/2010, καθώς και αυτές της παρ. 3 του άρθρου 8 του ν.

3865/2010 κατά το μέρος που παραπέμπουν στις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν.

3620/2007, καταργούνται. Σχετικές αιτήσεις που έχουν υποβληθεί στις αρμόδιες Διευθύνσεις

Συντάξεων, μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου αυτού, εξετάζονται με βάση τις

καταργούμενες διατάξεις.

 

Οι διατάξεις της περίπτωσης α” της παρ. 2 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου: «Μέτρα

ενίσχυσης των χα-μηλοσυνταξιούχων» (Α” 211) που κυρώθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν.

2453/1997 (Α” 4), όπως ισχύει, αντικαθίσταται από 1.1. 2014 ως εξής:

 

«Έχουν συμπληρώσει το 64ο έτος της ηλικίας τους.»

 

Από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των διατάξεων των προηγουμένων υποπαραγράφων,

καταργείται κάθε διάταξη που αντίκειται σε όσα ρυθμίζονται με τις διατάξεις των προηγούμενων

υποπαραγράφων.

 

Η ισχύς των διατάξεων των προηγουμένων παραγράφων αρχίζει από 1.1.2013, εκτός εάν

διαφορετικά προβλέπεται στις επί μέρους διατάξεις των παραγράφων αυτών.

 

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται αναλόγως και για τους υπαλλήλους των Ο.Τ.Α.

και των άλλων Ν.Π.Δ.Δ. που διέπονται από το ίδιο με τους δημοσίους υπαλλήλους συνταξιοδοτικό

καθεστώς, είτε οι συντάξεις τους βαρύνουν το Δημόσιο είτε τους οικείους φορείς, καθώς και για το

προσωπικό του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος και των υπαλλήλων των ασφαλιστικών

Ταμείων του προσωπικού των Σιδηροδρομικών Δικτύων, που διέπονται από το καθεστώς του ν.δ.

3395/1955 (Α” 276).

Αφήστε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.