Μεταπτυχιακά Προγράμματα & Σχέδιο «Αθηνά»

μεταπτυχιακεςσπουδεςΗ πρόσφατη ανακοίνωση του σχεδίου «Αθηνά» πυροδότησε συζητήσεις οι περισσότερες εκ των οποίων επικεντρώθηκαν στην τραγελαφική μετακίνηση τμημάτων, γνωστικών αντικειμένων και φοιτητών, επιχείρηση που είναι δεμένη με ένα νήμα με τη λογική των περικοπών, της συρρίκνωσης του Δημοσίου σε όφελος του ιδιωτικού, της μείωσης των θέσεων εισακτέων και του καλύτερου πλασαρίσματος των δημόσιων ΑΕΙ στις ανάγκες της αγοράς. Συνδέεται, με λίγα λόγια, με τη μνημονιακή πολιτική, που σαν το χέρι ενός ανάποδου Μίδα, ό,τι πιάνει το μετατρέπει σε αποκαΐδια.

Ωστόσο μια σημαντική πλευρά αυτής της «μεγαλόπνοης» αναδιάρθρωσης στο τριτοβάθμιο εκπαιδευτικό τοπίο μένει στο περιθώριο της δημόσιας συζήτησης, αν και αποτελεί έναν από τους βασικούς πυρήνες των αλλαγών.

Αναφερόμαστε στην αλλοίωση των ακαδημαϊκών χαρακτηριστικών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ως γνωστόν, σήμερα βασική ακαδημαϊκή μονάδα είναι το τμήμα. Αυτό απονέμει τα αδιάσπαστα 4ετή ή 5ετή πτυχία. Το σχέδιο «Αθηνά», όμως, επιβάλλει παντού την ύπαρξη σχολών και είναι προφανές ότι αυτό συμβαίνει διότι οι σχολές απονέμουν μεταπτυχιακά διπλώματα, όπως ορίζεται από την παρ. 4 του άρθρου 7 του 4009/2011 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει. Με βάση τον νόμο 4076/12, μεταπτυχιακό δίπλωμα είναι το master, δηλαδή τμήμα του αδιαίρετου σήμερα ενιαίου πτυχίου. Και αποτελεί τον δεύτερο κύκλο σπουδών, αυτόν που δύναται να επιβάλει δίδακτρα. Από εκεί αναμένεται, λοιπόν, η χρηματοδότηση των ΑΕΙ. Για αυτό σιγά σιγά δΊνεται και η δυνατότητα στα ΑΤΕΙ να πραγματοποιούν αυτόνομα Μ.Π.Σ. Αυτή είναι η επικίνδυνη αθέατη πλευρά του σχεδίου «Αθηνά». Αλλά ας δούμε τα πράγματα με μια σειρά.

 Σήμερα οι νέοι-ες που κάνουν μεταπτυχιακές ή διδακτορικές σπουδές αγγίζουν τους 90.000. Από αυτούς οι 52 χιλιάδες φοιτούν στα 459 προγράμματα σπουδών των ελληνικών πανεπιστημίων, οι 11 χιλιάδες στα 26 προγράμματα του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου και περίπου 25.000 σε πανεπιστήμια του εξωτερικού (οι περισσότεροι στο Ηνωμένο Βασίλειο). Παράλληλα, την ακαδημαϊκή χρονιά 2011/12 υπολογίζεται ότι ο αριθμός των πτυχιούχων που κατέθεσαν αίτηση για τη διεκδίκηση μιας θέσης στα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών των ελληνικών πανεπιστημίων έφτασε τους 100.000 καθώς είναι πλέον συνηθισμένο φαινόμενο για τις 25 ή 30 θέσεις ενός μεταπτυχιακού προγράμματος να κατατίθενται έως και δεκαπλάσιες αιτήσεις.

 Για παράδειγμα, μόνο στα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών του ΕΑΠ κατατίθενται κάθε χρόνο κατά μέσο όρο περίπου 35.000-40.000 αιτήσεις και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών περίπου 10.000 αιτήσεις. Ανάλογη είναι η εικόνα και σε άλλα μεγάλα ιδρύματα της πρωτεύουσας αλλά και της περιφέρειας. Και επειδή η ζήτηση είναι πολύ μεγαλύτερη από την προσφορά χιλιάδες πτυχιούχοι κάθε χρόνο καταφεύγουν στο εξωτερικό προκειμένου να πετύχουν την εγγραφή τους σε κάποιο μεταπτυχιακό πρόγραμμα.

Είναι πλέον ορατό διά γυμνού οφθαλμού ότι ένα νέο τοπίο έχει συγκροτηθεί στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, μια νέα οροφή, που η μαζικότητα των «στηριγμάτων» της και το γεωγραφικό άπλωμά της οικοδομούν σταθερά έναν δεύτερο κύκλο σπουδών. Bρισκόμαστε στα φύτρα μιας αναδυόμενης πραγματικότητας, όπου οι προπτυχιακές σπουδές αποτελούν πλέον τον πρώτο κύκλο σπουδών στον οποίο αρχίζει να συσσωρεύεται μια χαμηλής ποιότητας μαζική εκπαίδευση, χωρίς πόρους και υποδομές, αποκομμένη αναγκαστικά από το οξυγόνο της βασικής έρευνας και λειτουργικά προσαρμοσμένη στις φθηνότερες και προφανώς αναποτελεσματικότερες μορφές διδασκαλίας.

 Πάνω από τον πρώτο κύκλο έχει ήδη συγκροτηθεί (και δυναμώνει με ταχύτητα) ο δεύτερος κύκλος σπουδών, που δεν είναι άλλος από τον «γαλαξία» των μεταπτυχιακών προγραμμάτων με επιλογή φοιτητών και με δίδακτρα. Ουσιαστικά έχουν καθιερωθεί, άτυπα, δύο τριτοβάθμια επίπεδα. Ενα προπτυχιακό και ένα … μεταπτυχιακών προγραμμάτων. Το σχέδιο «Αθηνά» έρχεται ουσιαστικά να «κλειδώσει» αυτή την πραγματικότητα και να τη χρησιμοποιήσει με διπλό τρόπο.

 Την προηγούμενη περίοδο σε πολλά πανεπιστημιακά τμήματα για να φτιαχτεί μεταπτυχιακό πρόγραμμα αφαιρέθηκαν μαθήματα από τον προπτυχιακό κύκλο (δηλαδή μαθήματα που παλιότερα οι φοιτητές διδάσκονταν πριν από το πτυχίο τους) και μεταφέρθηκαν στο μεταπτυχιακό! Σε άλλες πάλι περιπτώσεις, αντιγράφτηκαν μαθήματα του προπτυχιακού κύκλου για να διδάσκονται στο μεταπτυχιακό, με περισσότερες λεπτομέρειες και διαφορετικά συγγράμματα απ” ό,τι πριν από το πτυχίο.

 Να το πούμε καθαρά: Υπάρχει ένα πολύ σοβαρό ζήτημα που είναι η αφαίρεση ενός σημαντικού μέρους της γνώσης που θα έπρεπε να αποκτιέται προπτυχιακά και της ένταξής της στα μεταπτυχιακά. Και είναι βέβαια θλιβερή η διαπίστωση ότι πολλά από τα μεταπτυχιακά προγράμματα προσφέρουν μαθήματα τα οποία όχι μόνο υπάρχουν στο κανονικό πρόγραμμα των σπουδών, αλλά μερικές φορές κατά τη μετάλλαξή τους σε μεταπτυχιακά «ελαφραίνουν» και το επιστημονικό τους υπόβαθρο, ενώ σε πολλές περιπτώσεις επιλέγεται συχνά η εύκολη αλλά αντιεπιστημονική λύση της ατελούς συρραφής ρηχών γνώσεων, ευρέος και αδιαβάθμητου φάσματος.

Την τελευταία δεκαετία είναι ήδη εμφανής μια τάση αποποίησης της ευθύνης του κράτους για την εξασφάλιση της δημόσιας χρηματοδότησης των μεταπτυχιακών σπουδών και μια προσπάθεια λειτουργίας των μεταπτυχιακών με τη λογική της ανταποδοτικότητας. Παράλληλα τα δίδακτρα που πολλά από αυτά τα «προγράμματα» έχουν ήδη θεσπίσει προδιαγράφουν με σαφήνεια τον ρητά ιδιωτικό χαρακτήρα που μέλλουν να αποκτήσουν οι σπουδές που θα ακολουθούν τον πρώτο κύκλο, ως δεύτερος, μεταπτυχιακός, κύκλος σπουδών, όπως προβλέπει η «διαδικασία της Μπολόνια».

 Είναι φανερό ότι αν το κόστος του εισιτηρίου για την είσοδο στον κόσμο της ειδίκευσης και επανειδίκευσης συνεχίσει να μετακυλίεται στην ευθύνη του εκπαιδευόμενου, ουσιαστικά δημιουργεί μια νέα κάθετη τομή διάκρισης ανάμεσα σε εκείνους που έχουν και σε εκείνους που δεν έχουν τη δυνατότητα να ανταποκριθούν, ενώ την ίδια στιγμή ανοίγει τον ασκό του Αιόλου για μια συνολική εισβολή του «ιδιωτικού» στο μέλλον της δημόσιας και δωρεάν τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.